"Και μείζον΄όστις αντί της αυτού πάτρας Φίλον νομίζει,τούτον ουδαμού λέγω." ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης συντρίβει τη Γνωμοδότηση του Αηττήτου του Ιμπραήμ.




Ο Μακρυγιάννης Επαγρυπνεί - Αναμένοντας τη Μεγάλη Σύγκρουση.




Εγώ πάντοτες είς τέτοιες εποχές δέν κοιμώμαι χωρίς έγνοια. - Είμαι κιοτής καί πάντοτες προσέχω νά μήν χαθώ αδίκως• κ' έχω κι' άλλους είς τήν όδηγίαν μου καί τούς χάνω κ' εκείνους. Βλέπω είς τόν ύπνο μου κ' έρχεται ένας καί μου λέγει• «Σήκου άπάνου!» Ξύπνησα, ματακοιμήθηκα. Πάλε τόν βλέπω καί μού λέγει• «Σήκου!» Ήμουν νοιασμένος καί δέν κοιμώμουν. Τότε σηκώνομαι, τηράγω άπό τό παλεθύρι καί γιόμωσε ό τόπος Τούρκους• καί τό περιβόλι όλο γιομάτο. Κ' έμείς - κανείς νά είναι έξυπνος• καί δέν θ' άφιναν ρουθούνι. Καί θά μάς σκατοψύχαγαν τόσος κόσμος αδύνατος, όπούταν εκεί καί κουβαλιώνταν εις τ' Άνάπλι μέ τά καΐκια. Τότε βάνω της φωνές• «Τούρκοι! Τούρκοι!». Οί άλλοι πού μ' άκουσαν λέγαν' «Ό Μακρυγιάννης πέθανε από τόν φόβον του καί δέν κοιμάται' όλο Τούρκους νειρεύεται».
Νυκτερινή επίθεση του Ιμπραήμ κατά των Μύλων-Απόκρουση αυτής.
Τότε εύτύς εγώ πήρα καμμιά πενηνταριά συντρόφους μου καί πάμε άπό τά τείχη των Μύλων, οπού βαστούν τό νερό, καί ήταν καλάμια κι' άλλα χορτάρια καί δέν φαινόμαστε, καί παίρνομεν τήν πλάτη των Τούρκων καί τούς δίνομεν μίαν φωτιά άξαφνα καί σκοτώσαμεν καμπόσους' καί τούς ριχτήκαμεν καί μέ τά μαχαίρια' καί τούς βγάλαμεν άπό τό περιβόλι κι' άπ' ούλες τής θέσες όπούχαν κυργέψη καί της λάβαμεν εμείς πίσου είς τήν έξουσίαν μας. Οί Τούρκοι μαζώχτηκαν όλοι καί πήγαν είς τό άριστερόν μέρος καί βάλαν τά ντουφέκια τους είς γραμμήν κ' έφκειασαν ίσκιους' καί κάθονταν έκεί καί πρόσμεναν τόν Μπραΐμη.
'Αφιξη Ιμπραήμ στους Μύλους-Σχέδιο Δράσης των Ελλήνων
Σε καμπόσον ήρθε κι' αυτός κ' έπιασε τό παλιόκαοτρο όπούναι πανουκέφαλα, εις τήν ράχη των Μύλων. Στάθη αυτός έκεί μέ πέντ' έξι κολώνες, καί οί άλλοι, ή πεζούρα καί ή καβαλλαρία, ξάπλωσαν ολόγυρα' καί ή καβαλλαρία μάς έκλεισε νά μάς πιάση όλους ζωντανούς εκεί, νά μήν μείνη κανένας σπορά άπό 'μάς. Τότε συναζόμαστε όλοι. (Μάς ήρθαν καί δυό μίστικα Ψαργιανά, φέραν καί καμπόσους Κρητικούς). Τότε μιλήσαμεν ό Υψηλάντης νά πιάση τόν μυλάκον, όπούναι είς τό δεξιόν μέρος τού περιβολιού δυτικά, καί νά πάρη τούς ανθρώπους του καί τούς Κρητικούς' καί τά μίστικα τά δυό νά τού βαστούνε τήν πλάτη είς τόν μυλάκον. Είς τό άριστερόν τών Μύλων ήταν ένα μονοπατάκι κατά τό Κυβέρι, νά τό πιάση ό Κωσταντήμπεγης κι' ό Χατζημιχάλης, νά τούς δώσω κι' ανθρώπους. Τά τείχη τού περιβολιού άπόξω νά τά πιάσω έγώ κι' όλες εκείνες τής θέσες. Καί νάχω κι' ανθρώπους μαζί μου νά φέρνω γύρα όλούθεν, είναι πολλή δύναμη τών Τούρκων.
Οργάνωση και κατασκευή αμυντικών έργων.
Πήρε ό καθείς τήν θέσιν του. Ή κάψη τού ήλιου ήταν δυνατή. Κάθισαν οί Τούρκοι νά ξεμεσημεριάσουν όσο νά δροσίση, νά μάς πολεμήσουνε. Είπα τών συντρόφωνέ μου, άν έρθη μεγάλη σφίξη τών Τούρκων καί δέν μπορούμεν νά τούς βαστήσουμεν όξω, νά μπούνε όλοι είς τής κούλιες. ΄Εκοψα καί χαντάκι ολόγυρα, έφκειασα κι' άπονα μπούρτζι μέ πολλές πολεμήστρες άπόξω τής πόρτες τών κούλιων. ΄Αφησα κι' ανθρώπους μέσα νά μή βάνουν κανέναν ξένο, ότι έγώ καί οί σύντροφοι μου πεθάναμεν δυό μερόνυχτα κουβαλιώντας πέτρες καί δουλεύοντας καί οί άλλοι κοιμώνταν' κι' όταν ξυπνούσαν, περγελούσαν τους ανθρώπους καί τους έλεγαν κιοτήδες. Αϋτείνοι ήταν αντρείοι καί παληκάρια - εις τούς καφφενέδες.'Εδωσε ό θεός καί δεν βδοκίμησε ό Μπραΐμης - είχα όρκον νά τούς αφήσω όξω νά τους κόψη σάν σκυλιά, νά μήν γλυτώση κανένας, ότι οί τεμπέληδες δέν άφιναν καί τούς άλλους νά δουλέψουνε.
Ο Μακρυγιάννης Διώχνει τα καΐκια. Διαμαρτυρίες.
Τότε, άφού συγυρίστηκα καλά, είπα των ανθρώπων νά κοιμηθούνε ολίγον όσο νά περάση τό μεσημέρι, νά μήν μας άκολουθήση τό Βράδυ πόλεμος καί δεν βαστάμεν όληνύχτα' καί οί Τούρκοι κοιμώνταν. Πήγαν οί άνθρωποι νά ήσυχάσουνε. Τότε διά νά σκοτωθούμεν όλοι καί νά μήν γλυτώση κανένας, άν τύχη κίντυνος, ούτε έγώ, ούτε αύτείνοι οί νέοι αρχηγοί των καφφενέδων, είπα ότι πρέπει νά διώξω καί τά καΐκια. Ότ' είχε ό καθένας άπό τρία τέσσερα καί δι' αυτό δέν θέλαν νά φκειάσουνε ταμπούρια. Τό είχαν σκοπό, άν πλησίαση ό Μπραΐμης, νά μπούνε μέσα κι' άλλοι νά πάνε εις τ' Άνάπλι, κι' άλλοι 'σ τά νησιά. - Καί τότε μπορούσαν νά φύγουν κι' άπό τούς δικούς μου καί κιντύνευα κ' έγώ. Αφού φάγαν κ' έπιαν κρασί όλοι αύτεΐνοι, έπεσαν εις τόν υπνο. Τότε πάγω καί παίρνω έναν άπό τά καΐκια καί τόν βάνω σέ μίαν φελούκα καί τού λέγω νά πάγη σέ όλα τά καΐκια νά τούς είπή κρυφίως σέ μιά στιμή όλα συνχρόνως νά φύγουνε, νά μήν μείνη κανένα• καί νά μήν κάμουν σαματά καί νοηθούν, θά τούς σκοτώσω. Αύτείνοι γύρευαν αφορμή ' 'σ έναν καιρόν φύγαν όλα τά καΐκια καί πάνε εις τήν δουλειά τους. 'Οταν ξεμάκρυναν, τά πήραν χαμπέρι. Έγώ έκανα ότι δέν ξέρω καί κοιμώμουν. Τότε έρχονται μέ ξυπνάνε• φωνάζω κ' έγώ καί λυπούμαι τό κακόν όπου πάθαμεν. Τότε τούς λέγω• «Οί ελπίδες μας ήταν αυτές• πάγει κι' αυτό καί είμαστε σε κίντυνο. Τώρα άλλη θαραπαγή δέν είναι - φκειάσιμον τού πόστου του ό καθείς. Μάλλωσαν μ' έμένα ότι τούς παρακίνησα καί διώξαμεν καί τ' άλογα. Σάν τάχαμεν, ήταν ελπίδες νά φύγουν μ' αυτά. Τούς είπα ότι ήταν οί ελπίδες μου 'σ τά καΐκια κ έδωσα αύτείνη τήν γνώμη. 'Αρχισαν νά στοχάζωνται καί νά φκειάνη ό καθείς τό πόστο του, ότι έκεί θά πεθάνη.
Γάλλοι αξιωματικοί επισκέπτονται το Μακρυγιάννη
Έκατζα νά φάγω ψωμί. Ήρθαν τέσσεροι αξιωματικοί Γάλλοι μ' ανθρώπους άπό τήν φεργάδα νά πάρουνε μέσα τής τουλούμπες καί ' άλλα τους τά πράματα, όπου κάναν νερό, όπου πλέναν τά σκουτιά τους, νά μην χαθούνε όπου θ' άνοιγε ό πόλεμος. Κράτησα τούς αξιωματικούς καί φάγαμεν μαζί. Μου λένε• «Είστε πολλά ολίγοι κι' αύτείνοι πολλοί, οι Τούρκοι, καί ταχτικοί' κι' αύτείνη ή θέση είναι αδύνατη. 'Εχει καί κανόνια ό Μπραΐμης καί δεν θά βαστάξετε. - Τούς λέγω, όταν σηκωσαμεν τήν σημαία άναντίον της τυραννίας, ξέραμεν ότ' είναι πολλοί αύτείνοι καί μαθητικοί κ' έχουν καί κανόνια κι' όλα τά μέσα• εμείς άπ' ούλα είμαστε αδύνατοι• όμως ό θεός φυλάγει καί τούς αδύνατους• κι' άν πεθάνωμεν, πεθαίνομεν διά τήν πατρίδα μας, διά τήν θρησκεία μας, καί πολεμούμεν όσο μπορούμεν άναντίον της τυραγνίας' κι' ό θεός βοηθός. Αυτός ό θάνατος είναι γλυκός, ότι κανένας δέν θά γένη αθάνατος' κι' όταν ό Χάρος θάρθή νά μας πάρη, όταν θέλη, άρρωστους καί δυστυχείς, καλύτερα σήμερα νά πεθάνωμεν». Μέ φίλησε ένας άπ' αυτούς καί τόν φίλησα κ' έγώ.'Υστερα φύγαν.
Επίθεση επίλεκτων μαχητών υπό τον Μακρυγάννη κατά των Αιγυπτίων.
Γενίκευση της Εμπλοκής.
'Οταν δρόσισε καί πήρε τό δειλινό, πήρα καμπόσους αθάνατους συντρόφους άπό 'κείνους όπου γνώριζαν τούς Αράπηδες άπό τούς Άβαρίνους κι' άπό τό Νιόκαστρον, όπούταν ό Αράπης χορτάτος κι' ό Ελληνας νηστικός καί διψασμένος, πήρα καμπόσους άπό αυτούς κι' άπό τά τείχη τού μύλου πήγαμεν κρυφίως, άπό τήν έκκλησιούλα, καί τούς δίνομε έναν ντουφέκισμόν των Τούρκων, χωρίς νά τούς βλάψωμεν, άλλά νά τούς ξυπνήσουμεν. Τότε άνοίξαμεν τό ντουφέκι καί μπήκαν οι κολούνες εις τήν τάξη.
Λυσώδης επίθεση Ιμπραήμ
Ό Μπραΐμης περήφανος έστειλε τούς κατζαδόρους, όπου τούς είχε καί εις τό Νιόκαστρον, κι' άλλες δυό κολώνες άπό τό κάοτρον καί συνχρόνως καί οί άλλες κολώνες καί μέ πρώτον μάς πήραν όλο τό περιβόλι καί της κούλιες του περιβολιού κι' ολόγυρα• καί μέ την πρώτη όρμή ήρθαν είς τό κάτου μέρος τού περιβολιού, εις τά τείχη, όπούναι πρόσωπον της θάλασσας• κ' έκεί τό βαστούσα μέ τούς συντρόφους μου. Μάς πλάκωσαν μέ την πρώτη όρμή• κ' εκεί άρχισε πεισματώδης πόλεμος άπό τόνα τό μέρος κι' άπό τ' άλλο κάμποση ώρα. Ήταν ή κάψη, καί δέν φυσούσε τελείως - κι' ό καπνός τών ντουφεκιών έγινε μία αντάρα, καταχνιά - θά μάς παίρναν όλους.
Ο Ιμπραήμ αποκρούεται.
Τότε μιλήσαμεν αναμεταξύ μας νά βαρούμεν τούς αξιωματικούς, ότι αύτείνοι φέρναν μέ τό στανιόν τής κολώνες άπάνου μας. 'Οταν άρχίσαμεν καί βαρούγαμεν καί σκοτώναμεν τούς αξιωματικούς, κρύγιωσαν. 'Σ τόν ίδιον καιρόν βγάλαμεν τά σπαθιά πεντέξι, κι' άλλοι ύστερα, καί ριχνόμαστε άπάνου τους καί τούς δίνομεν ένα χαλασμόν - κι' άφίνουν καί κούλιες καί περιβόλι. Κ' εκεί είς τήν πόρτα τούς πλάκωσαν οί 'Ελληνες καί ρίχναν είς τόν σωρόν.' Αρχισε ό πόλεμος κι' άπό τό μέρος του μυλάκου, όπούταν ό Υψηλάντης μέ τούς Κρητικούς, καί μίστικα μέ μπαλαμιστράλλια• κι' όλα αυτά πήγαιναν είς τά σώματα τών Άραπάδων.
Δεύτερη έφοδος Ιμπραήμ-Υποχώρηση
Τότε γυρίζουν όπίσου καί μάς παίρνουν ομπρός καί τζακιστήκαμεν ότι έστειλε κι' άλλους ό Μπραΐμης (τήραγε μέ τό κιάλι) κι' αύτείνοι γύρισαν καί τούς άλλους καί μάς χάλασαν. Γυρίσαμεν πίσου είς τά πόστα μας• κι' αύτείνοι πολεμούσαν μπροστά κι' όπίσου. Μάζωξαν τούς σκοτωμένους. Μάτα τούς τζακίσαμεν κι' αυτούς. Τότε μάς πισουδρόμησαν πάλε καί κόντεψαν νά μέ πιάσουνε ζωντανόν, ότι μού σκοτώθη ένα παληκάρι άπό τά καλύτερα, Κατζούγια τό λέγαν, άπό τό Σερνικάκι χωριόν τού Σαλώνου. Μέ τόν καϊμένον τόν άθάνατον Γκίκα έμεινα πίσου άπό τούς άλλους καί πιάσαμεν τόν σκοτωμένον ό Γκίκας άπό τόνα τό χέρι κ' έγώ άπό τ' άλλο (ότι τόν αγαπούσα πολύ αυτόν όπού σκοτώθη• ποτές δέν μ' άφινε άπό τό πλευρό καί μέ γλύτωσε σέ τόσα δεινά• κ' έκεί, διά νά μείνωμεν είς τόν τοίχον τής κούλιας τού περιβολιού, έκαμεν ομπρός καί σκοτώθη), τόν πήραμεν οί δυό μας, μέ τόν Γκίκα, καί κιντυνέψαμεν κ' έμείς καί τόν φέραμεν είς τό πόστο μας. Κ' έκεί είς τό πόστο είναι χωμένος ό γενναίος πατριώτης.
Κατά τη διάρκεια της Μάχης, ο Γάλλος Ναύαρχος
πηγαίνει στο Μακρυγιάννη.
Άφού οί Γάλλοι έβλεπαν άπό την φεργάδα τόν πόλεμον καί τόν χαλασμόν τών Τούρκων, τόσο ενθουσιάστηκαν όπου γύρευαν άν ήταν τρόπος νά βγούνε κι' αύτεϊνοι νά μάς βοηθήσουνε• τότε παίρνει μίαν κασσέλα ρούμι ό ναύαρχος καί oi φίλοι μου oi αξιωματικοί, οί τέσσεροι όπου φάγαμε ψωμί μαζί, ροζόλι καί βήκαν έξω. Τούς βάλαμεν 'σ τήν κούλια. Μέρασα τό ρούμι τών ανθρώπων διά νά ίδή κι' ό ναύαρχος με τούς φίλους του τόν πόλεμον.
Τότε κάνομεν και τρίτο γιουρούσι
Τότε κάνομεν καί τρίτο γιρούσι καί τούς δώσαμεν έναν σκοτωμόν καλόν καί οί γενναίοι Κρητικοί καί οί Ψαργιανοί με τά μίστικα - χάριτες χρωστάγει ή πατρίδα αυτούς τούς γενναίους ανθρώπους καί καλούς πατριώτες. Τότε, εκεί όπου ριχτήκαμεν 'σ τό γιρούσι, μου πληγώθη βαρέως καί ύστερα πέθανε ό καλός καί γενναίος πατριώτης Μιχάλης Κυπραίος, όπούστειλα τής πλεγής καί πήγε εις τήν Αγγλική φεργάδα, όταν κιντυνεύαμεν είς τό Νιόκαστρο.
Ο Μήτρος Λιακόπουλος εμπλέκεται στη σύγκρουση
Βλέπουμεν άπό τ' Άνάπλι κ' έρχεται ένα μιντάτι• ήταν ό γενναίος Μήτρος Λιακόπουλος, άξιον παληκάρι καί καλός πατριώτης. Ήρθε μέ πενήντα ανθρώπους, όλο παλιοί αξιωματικοί καί στρατιώτες, πατριώτες πολλά γενναίγοι, όλοι καλοί. Ήταν στενός μου φίλος καί ήρθε• ότ' ήταν παληκάρι1. Ήταν πλήθος είς τ' Άνάπλι• μάς τήραγαν μέ τά κιάλια (καί νά λένε εγκώμια δικά τους, ότι φύλαγαν τ' Άνάπλι). Άφού ήρθε ό Λιακόπουλος καί οί σύντροφοί του, τούς κεράσαμεν κι' αυτούς. Τότε κάμαμεν νέον σκέδιον νά ριχτούμεν τών Τούρκων, ό Λιακόπουλος μέ τούς ανθρώπους του νά πάγη τ' άρισετερόν μέρος του περιβολιού, ό Γκίκας νά πάγη τό δεξιόν άπό τόν μυλάκον, έγώ νά πάγω τήν μέση τό περιβόλι' νά κινηθούμεν καί οί τρεις κολώνες μαζί νά χτυπήσουμεν τούς Τούρκους, ότι συνάχτηκαν όλοι εις τό περιβόλι νά μάς ριχτούνε' καί νά τούς ριχτούμεν εμείς πρωτύτερα. Μέρασα τά φουσέκια καί κινηθήκαμεν καί οί τρείς κολώνες συγχρόνως.
Τραυματισμός του Μακρυγιάννη
Έκεί όπούχα ριχτή έγώ ομπρός μέ τούς ανθρώπους μου, καί οί άλλοι, οί δυό κολώνες, προχώρεσαν, κάποιοι Τούρκοι, όπου μούχε στείλη ό Μπραΐμης είς τό Νιόκαστρον καί μιλούσαμεν, μέ γνώριζαν καί ήταν καί μ' άλλους Τούρκους είς την κούλια του περιβολιού, έρριξαν καί μέ πλήγωσαν είς τό δεξί χέρι. Ήταν άπό μουσκέτο καί τό μολύβι μεγάλο καί μέφαγε όλα τά κόκκαλα. Μόπεσε τό σπαθί άπό τό χέρι' ήμουν κι' αναμμένος όπούτρεχα είς τά πόστα καί τους έδινα πολεμοφόδια. Δέν βαστιέταν τό αίμα• τύλιξα τό χέρι είς τό πουκάμισο νά μήν τό ιδούνε οί άνθρωποι.
Λόχος τακτικού στρατού σπεύδει για βοήθεια
'Ομως τσακίστηκαν οί Τούρκοι πάλε όξω άπό τήν κούλια, άφού τούς χτυπήσαμεν κ' οί τρεις κολώνες καί οί Κρητικοί καί τά μίστικα. Τότε πέρασε καί ή ώρα, έπαψε ό πόλεμος. Τελειώνοντας ό πόλεμος ήρθαν καμμιά έξηνταργιά ταχτικοί άπό τ' Άνάπλι μέ τόν λοχαγόν Κάρπον. Βάρεσαν κ' εκείνοι τά ταμπούρλα καί ρίξαν καί μίαν μπαταργιά ίς τόν αγέρα.
Μεταγωγή του Μακρυγιάννη στη Γαλλική φρεγάδα-Ναύπλιο.
Αφού ο πόλεμος τελείωσε, με πήραν και με πήγαν εις την φεργάδα τήν Γαλλική- έστειλε φελούκα ό ναύαρχος κι' αξιωματικούς. Αμα πλησιάσαμεν είς τήν φεργάδα, έβαλε τήν μουσική καί βαρούσε. Γύρευαν νά μέ κρατήσουν μέσα είς τήν φεργάδα διά νά μέ γιατρέψουν. Έγώ δέν θέλησα. Μόδεσαν οί γιατροί της φεργάδας τό χέρι καί μέ συντρόφεψαν αύτείνοι καί πεντέξι αξιωματικοί 'σ τ' Άνάπλι σουρουπώνοντας καλά, καί μέ δέχτηκαν οί κάτοικοι τού Άναπλιού καί ή Κυβέρνηση.
Τα αποτελέσματα της Μάχης.
Είχα διορίση είς τούς ανθρώπους μου άνθρωπον καί τούς διοικούσε. Λυπήθη πολύ ό αγαθός Υψηλάντης κι' ό Κωσταντήμπεγης όπου πληγώθηκα. Ό σκοτωμός τών Τούρκων - είναι άγνωστη ή ποσότη, ότι τούς σήκωναν εύτύς. Ήταν πολλοί οί Τούρκοι, ήταν ώς δώδεκα χιλιάδες τό όλο. Άπό 'κείνο όπου μάθαμεν άλλοι λένε σκοτωμένους περίτου άπό πεντακόσιους, άλλοι ακόμα περισσότερους κι' άλλοι λιγώτερους, κι' άχώρια οί πληγωμένοι. Δικοί μας σκοτώθηκαν δυό καί οί δυό όπου πληγώθηκαν17. Ήμαστε ώς τρακόσοι άνθρωποι άπάνου κάτου18. Οτι σκόρττησαν oi άλλοι άττό τόν φόβο τους τό βράδυ καί πολλοί πήγαν εις "Αργός κι' Άνάπλι. Ό πόλεμος έγινε τόν Γιούνιον μήνα τά 1825.
Ο ηττημένος Ιμπραήμ έφυγε για την Τρίπολη.
Οι μαχητές του Μακρυγάννη του συνέτριψαν το Αήττητο
Τήν ίδια βραδειά έφυε άπό 'κεί ό Μπραΐμης διά νυκτός. Αφάνισε καί σκλάβωσε όλα τά χωριά. Καί τ "Αργός τό έκαψε καί σκλάβωσε πολλούς, ότι οί αρχηγοί τ' "Αργούς, ό Τζόκρης κ' οί άλλοι, πήραν τής σπηλιές. Άπό 'κει πήγε ό Μπραΐμης άπόξω τ' Άνάπλι• έκαμαν ολίγον άκροβολισμόν κ' έφυγαν καί πήγαν είς τήν Τροπολιτζά. Άφού αφάνισε τ' "Αργός καί χωριά του, τότε οί κυβερνήται μας βαλαν καί μερεμέτι σαν τά λέττα των κανονιών καί βαλαν τά κανόνια άπάνου, όπούταν καταή, καί μερεμέτισαν καί τής στέρνες του Άναπλιού κι' απόλυσαν τό νερό των βρυσών μέσα καί δέν άφιναν νά πάρη κανένας νερό όσο νά γιομίσουνε οί στέρνες. Έμενα μόνον μόδιναν ολίγον όπου ήμουν πληγωμένος.
Τιμές που απονεμήθηκαν στο Στρατηγό Μακρυγιάννη
Άφού ή Κυβέρνηση εύκαριστήθη άπό 'μένα πολύ (τους μίλησε κι' ό Ντερνύς όσα του είπε ό Μπραΐμης είς τήν Καλαμάτα, όπούφαγε ψωμί είς τήν φεργάδα του, τους έδειξε καί τό τζορνάλε τών Μύλων) τότε εύκαριστήθη διά όλα αυτά ή Κυβέρνηση καί μου είπαν νά μου χαρίσουνε ένα χωριόν. Τούς είπα• «'Οταν λευτερωθή ή πατρίδα, όποιος κάμη τά χρέη του - ή πατρίδα είναι δίκια. Τώρα κιντυνεύομεν καί θέλει δουλειά κι' αγώνα ή πατρίδα, κι' όταν λευτερωθή, όλα τ' αγαθά είναι δικά μας». Σάν δέν θέλησα διά χωριόν, μόδωσαν ένα δώρον όπου δέν τόχει κανένας άλλος στρατιωτικός, νάχω δυό ανθρώπους, καί νά τούς πλερώνη ή Κυβέρνηση μιστούς καί γεμεκλίκια, καί δυό ταγές κριθάρι κι' άχερον διά τά ζώα μου κ' ένα σιτηρέσιον, πέντε γρόσια τήν ήμερα, οπού μαζώνονται αυτά όλα είς χρήματα - όσα γένονται νά τά λαβαίνω. Καί τά λαβαίνω άπό τήν Κυβέρνηση.
Τώρα όπούρθε ό Κυβερνήτης θέλησε νά τά κόψη καί του πήγα το έγγραφον καί τάπικύρωσε.

ΠΗΓΕΣ:
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: